ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

“Οπτικοακουαστικό ντοκουμέντο. Η ιστορία της Ευαγγελίας Κουτσαντώνη – Αϊβάζογλου που έχασε 23 άρρενες συγγενείς στην Μικρασιατική Καταστροφή“.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Αντίσταση και κατοχή στη Σπιναλόγκα-Μέρος Β




(Του Κωστή Ε Μαυρικάκη) *
Το Α Μέρος: ΕΔΩ   

Το χρονικό μιας άγνωστης εποποιίας των χανσενικών

ΜΝΗΜΗ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΡΕΜΟΥΝΤΑΚΗ*

  «Μοίρα αυτού του βράχου είναι να στενάζει, να κυοφορεί και να βογγά τον ανθρώπινο πόνο» έλεγε ο Επαμεινώνδας, ο νεαρός δραστήριος πρόεδρος της Αδελφότητας Χανσενικών, στους συντρόφους του που κρέμονταν από τα χείλη του. «Υπομονή, η πείνα θέριζε περισσότερο από τώρα αυτό τον τόπο, όταν το μισοφέγγαρο και τα τουρκικά γαλιόνια το είχαν αποκλείσει από τους Βενετσιάνους πριν από δυόμισι αιώνες για να το τουρκέψουν…» συμπλήρωσε θέλοντας να τους δώσει κουράγιο και να αποδιώξει την απελπισία που τους κατείχε. 


 «Ένα αίτημα θα θέσουμε στους Ιταλούς καταχτητές. Ένα και μοναδικό: Θα τους ζητήσουμε να συμπεριληφθούνε οι άρρωστοι της Σπιναλόγκας, στη δύναμη των στρατευμάτων κατοχής και να μας χορηγούνε το ανάλογο σιτηρέσιο ημερησίως. Δεν είναι δυνατό επειδή η μοίρα μας αδίκησε, άνθρωποι σαν κι εμάς, οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι να μας στερούνε το δικαίωμα να ζήσουμε. Αύριο κιόλας θα πάρομε τη βάρκα του δημοσίου και θα ζητήσομε να δούμε τον επικεφαλής αξιωματικό των στρατευμάτων κατοχής στην Ελούντα»…


Την επόμενη το πρωί, πριν ακόμη φωτίσει η μέρα, μια ανέλπιστη ανοιξιάτικη μπονάτσα απλώνονταν στα γαλήνια νερά του κόλπου της Ελούντας, κάτω από έναν ανέφελο ουρανό και μόνο τα κουδούνια και τα βελάσματα των προβάτων στον Αρμό στο μέσα νησί έσπαγαν τη σιωπή που βασίλευε.

  Ενώ κάποιοι γεροντότεροι και ασθενέστεροι, απασχολούσαν τους φύλακες, η βάρκα του δημοσίου με τον Επαμεινώνδα, το γέροντα άρρωστο ιερέα Καροφυλάκη και τους είκοσι συντρόφους τους, έλυνε τα παλαμάρια της από τη σκάλα του νησιού, κατευθυνόμενη προς τα νότια, προς την Ελούντα. Μόλις έγινε αντιληπτή η αναχώρησή της, μια άλλη βάρκα με το διευθυντή, τον ενωμοτάρχη και άλλους υπαλλήλους του λεπροκομείου, ξεκινούσε από την Πλάκα, παρακολουθώντας διακριτικά και από απόσταση την ασυνήθιστη πορεία της βάρκας με τους λεπρούς. 

Σε λίγο, και οι δύο βάρκες πλησίαζαν τη σκάλα στο Σχίσμα όπου ήταν πάνοπλοι μια διμοιρία στρατιώτες που έφτασαν από το Μαυρικιανό που έδρευε η κομαντατούρ, με τον επικεφαλής τους, με παρατεταμένα τα όπλα και δύο οπλοπολυβόλα σε τρίποδα να τους σημαδεύουν.

 Ο Επαμεινώνδας, όρθιος, ευθυτενής και ψύχραιμος μέσα στο μπροστινό μπουκί της πλώρης, σήκωσε και άπλωσε το άσπρο μαντήλι που είχε μόνιμα στην τσέπη του, κάνοντάς το με νόημα, λευκή σημαία.
        
  «Δεν έχομε σκοπό να βλάψομε κανένα» φώναζε επαναλαμβάνοντάς το, με δυνατή φωνή πριν ακόμη δέσουν τη βάρκα, για να το ακούσει ο εικοσάχρονος Ιταλός Λοχίας Μάριο, που είχε γεννηθεί στη Ρόδο και γνώριζε άπταιστα ελληνικά.
-          «Είμαστε άοπλοι, και είσαστε οπλισμένοι σαν αστακοί. Είμαστε άρρωστοι και είσαστε υγιείς. Γνωρίζετε τι θα πει ψωμί, μας εμείς κοντεύουμε να ξεχάσουμε…» είπε και έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό κομμάτι σκουληκιασμένης μπομπότας δείχνοντάς τη στους στρατιώτες… Και συνέχισε:

-          «Δεν έχομε πρόθεση να σας βλάψουμε. Σκοπός μας είναι να διαμαρτυρηθούμε και να σας παρακαλέσουμε, ως Ευρωπαίους και πολιτισμένους ανθρώπους, στο όνομα του Ανθρωπισμού και της Αγάπης να συμπεριλάβετε τους ασθενείς της Σπιναλόγκας, στη δύναμη των στρατευμάτων κατοχής, και να μας χορηγείτε το σχετικό σιτηρέσιο ημερησίως.

 Η τρομερή και βασανιστική ασθένεια που μας κατατρώγει τις σάρκες, δεν προήλθε με δική μας υπαιτιότητα, και ως εκ τούτου είναι τρομερό έγκλημα και απίστευτη βαρβαρότητα να μας αφήσετε να πεθάνουμε από την πείνα»…

Τα λόγια του Επαμεινώνδα, άγγιξαν τον ιταλό Λοχία, που δεν κατάφερε να συγκρατήσει δύο σταγόνες δάκρυα που ξέφυγαν από τα μάτια του, και ανεπαίσθητα σκούπισε με τα μανίκια του… Του είπε να περιμένουν, και σε λίγο θα επιστρέψει δίνοντας τους, την απάντηση των ανωτέρων του. Σε ολόκληρο το διάστημα της αναμονής, ήταν αρκετοί οι κάτοικοι της Ελούντας, που στο άκουσμα του λόγου για την άφιξη των λεπρών, έτρεξαν για να τους δώσουν καλάθια με πιτάρι, χαρούπια, κριθαλοκουλούρες και αυγά.

Δεν είχε περάσει μισή ώρα, όταν ο Μάριο, ο ιταλός λοχίας επέστρεψε στη σκάλα, λέγοντάς τους:
-          «Το αίτημά σας έγινε δεκτό. Αύριο κιόλας θα φτάσουν τρόφιμα στη Σπιναλόγκα».

Οι άρρωστοι ευχαρίστησαν τον ιταλό Λοχία, και δέχτηκαν να τους ρυμουλκήσουν πίσω στη Σπιναλόγκα οι στρατιώτες με τη δική τους επιταγμένη βενζινάκατο.

Την επομένη το πρωί και για ένα μήνα, μια βάρκα έφερνε μισό κιλό άσπρο ψωμί για κάθε άρρωστο, ενώ το διπλασιασμένο ήδη επίδομά τους, χαμογελούσε για καλύτερες μέρες στη διαβίωσή τους. 

Πολύ γρήγορα όμως, οι στερήσεις και η έλλειψη των τροφίμων, έγιναν ξανά καθημερινός εφιάλτης. Η ομάδα του Επαμεινώνδα, συγκεντρωνόταν ταχτικά και με όλες τις προφυλάξεις. Αισθάνονταν τους εαυτούς τους, ως την πρωτοπορία, που έπρεπε να δράσει άμεσα γιατί από τη χειρισμούς τους εξαρτιόταν η ζωή και των 350 ασθενών του νησιού.
Και ενώ οι θάνατοι πλήθαιναν ξανά, και ο κόμπος είχε πλέον φτάσει στο χτένι, ο Επαμεινώνδας, είπε στους συντρόφους του, στην τελευταία τους συνάντηση:


-          «Αυτή τη φορά, η διεκδίκησή μας, θα είναι πιεστική και θεαματική. Το σχέδιό μας, θα είναι σε τρία στάδια. Αρχικά και για δυο μέρες δεν θα αφήνουμε κάθε πρωί να προσεγγίζει η βάρκα του δημοσίου σ’ ένα νησί κατατρεγμένων ανθρώπων που τους κύκλωσε η πείνα και ξέχασαν τι θα πει ψωμί.

Τι νόημα έχει να έρχονται κάθε πρωί οι υπάλληλοι ενός κράτους που μας έχει ξεχάσει;

Τις επόμενες δυο μέρες, θα κλεινόμαστε όλοι ερμητικά στα σπίτια μας και δεν θα ανοίγομε σε κανένα, όσο κι αν μας κτυπούν οι φύλακες και οι νοσοκόμες… Και εάν οι πράξεις μας αυτές δεν θα συγκινήσουν διοίκηση και καταχτητές, ε τότε, την πέμπτη μέρα θα επιβιβάσουμε στις βάρκες τον παπά, το υγιές προσωπικό και τα παιδιά και εμείς θα επιταχύνομε το θάνατό μας.

 Είναι προτιμότερο να γίνουμε ολοκαύτωμα, να χορέψουμε ένα νέο χορό του Ζαλόγγου, παρά να υπομένουμε τον αργό θάνατο από την πείνα»!

Αμέσως τις επόμενες ημέρες, και ενώ τα τρόφιμα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί, άρχισε η εφαρμογή του πρώτου και του δεύτερου μέρους του σχεδίου. Οι καταχτητές και σε συνδυασμό με την αδιάφορη στάση της διεύθυνσης του λεπροκομείου, δε συγκινήθηκαν από το μέγεθος της τραγωδίας. Έπρεπε έτσι να θέσουν σε εφαρμογή το τρίτο και πιο δύσκολο μέρος του σχεδίου τους. Είχαν στο μεταξύ ενημερώσει τον παπά και το υγιές προσωπικό, που ήταν μαζί τους, ότι θα τους επιβίβαζαν στις βάρκες και θα τους έδιωχναν, παραμένοντας μόνοι τους για να επιχειρήσουν το ολοκαύτωμά τους…


Την επόμενη το πρωί μια ασυνήθιστη κινητικότητα, υπήρχε στην παραλία της Πλάκας όπως μπορούσαν να διακρίνουν από το νησί.
Ο Επαμεινώνδας, μέσα στη γενικότερη τραγωδία που εξελισσόταν γύρω του έδωσε εντολή να κτυπήσουν την καμπάνα του Αγ. Παντελεήμονα, παρότι για λόγους ευνόητους οι καταχτητές είχαν απαγορεύσει το κτύπημά της. Στο άκουσμά της, οι ιταλοί στρατιώτες επιτάχυναν την αναχώρησή τους από την Πλάκα και με τις βάρκες πλέον κωπηλατούσαν με νευρικές και γρήγορες κινήσεις…

Ο Επαμεινώνδας στο μεταξύ, και αφού είχαν σχεδόν όλοι οι ασθενείς, ακόμη κι αυτοί οι κατάκοιτοι και οι ανήμποροι, συγκεντρωθεί έξω από τον Άγ. Παντελεήμονα, κατευθύνθηκε προς το γέροντα παπά που με δάκρυα στα μάτια παρακολουθούσε την τραγωδία του ποιμνίου του. Τον κάλεσε να βάλει τα άμφια και τους ψάλτες να πιάσουν θέση στα στασίδια, λέγοντάς τους να ξεκινήσουν την τελευταία λειτουργία.
Μια ύστατη δέηση στο Θεό και μια παράκληση προς τη Θεοτόκο, όπως οι τελευταίοι υπερασπιστές της Πόλης όταν κλείστηκαν στην Αγιά Σοφιά για την τελευταία λειτουργία. Το κλίμα ήταν αφόρητα δραματικό γιατί ήταν η τελευταία πράξη μιας επικείμενης τραγωδίας για την οποία δεν φαινόταν να υπάρχει από πουθενά από μηχανής Θεός.

 Οι περισσότεροι ασθενείς, άντρες και γυναίκες, με σφιχτούς και βουβούς λυγμούς που επισκίαζαν τα τροπάρια και τους ύμνους, προσεύχονταν μέσα στην εκκλησία. Ο Επαμεινώνδας ψύχραιμος και ευθυτενής, προσπαθούσε να συγκρατήσει με δυσκολία τα δάκρυά του˙ ένοιωθε ότι πάνω στους ώμους του ακουμπούσαν όλες του τις ελπίδες, αυτές οι κατατρεγμένες και σημαδεμένες ψυχές.


Όρθιος περίμενε στην πόρτα της εκκλησίας τους στρατιώτες που από στιγμή σε στιγμή θα έφταναν, ενώ απέναντί του και πάνω στη θολωτή βενετσιάνικη δεξαμενή ήταν παρατεταγμένο με τα σχολιανά του ρούχα, παρόντες όλο το προσωπικό του νησιού που με δάκρυα κι αυτοί στα μάτια παρακολουθούσαν το απίστευτο δράμα που φάνταζε σαν αρχαία τραγωδία.

Δεν είχε περάσει μισή ώρα από το χτύπημα της καμπάνας, όταν η διμοιρία των οπλισμένων ιταλών διάβαινε την επιβλητική δυτική πύλη τοσκανικού ρυθμού του φρουρίου, την Πόρτα Μαέστρα. Περνώντας μπροστά από τη βενετσιάνικη αίθουσα της φρουράς, κατευθύνθηκε σε σχηματισμό και με βηματισμό χήνας, έφτασε παρατεταγμένη έξω από την εκκλησία, που στο μεταξύ μέσα, συνεχίζονταν η δραματική τελευταία λειτουργία.

Ακούγοντας τον ηχηρό βηματισμό της διμοιρίας, ο Επαμεινώνδας μετακινήθηκε προς αυτούς και σταματώντας μπροστά, στην άκρη της εκκλησίας, τους έκοψε το δρόμο. Δύο από τους στρατιώτες, γεννημένοι στα Δωδεκάνησα μιλούσαν άπταιστα τα ελληνικά. Όταν του ζήτησαν το λόγο που χτύπησαν την καμπάνα, ενώ αυτό απαγορεύεται, ο Επαμεινώνδας τους είπε:

-«Επειδή η τραγωδία που εξελίσσεται σε όλους εμάς τους κατατρεγμένους ανθρώπους και η πείνα και ο θάνατος άρχισε να μας θερίζει, αποφασίσαμε να διώξουμε το υγιές προσωπικό, τα παιδιά και τον παπά, και εμείς θα αυτοκτονήσουμε ομαδικά. Θα προτιμήσουμε το ολοκαύτωμα παρά τον αργό θάνατο που μας δίνετε καθημερινά. Γι’ αυτό καλέσαμε τον ιερέα να κάμει μια τελευταία λειτουργία παράκληση στον Ύψιστο και στην Παναγία, και να αλληλοσυγχωρεθούμε μεταξύ μας».


Οι στρατιώτες περίμεναν να τελειώσει η λειτουργία. Μόλις ο παπάς είπε το «δι’ ευχών», ατέλειωτοι και βουεροί λυγμοί ικεσίας ξέσπασαν μέσα στην εκκλησία, ενώ οι πλάκες του δαπέδου είχαν γίνει κάθυγρες από τα δάκρυα. Ξεκινώντας λιτανεία, με μπροστά τον παπά και τον Επαμεινώνδα, τους ψάλτες, το προσωπικό του νησιού και τα εξαπτέρυγα με όλους τους αρρώστους να ακολουθούν, ακόμη κι αυτούς τους ανήμπορους που τους σήκωσαν στους ώμους, κατευθύνθηκαν εν πομπή προς τη νότια αποβάθρα, όπου θα επιβίβαζαν το υγιές προσωπικό και τα παιδιά, ενώ εκείνοι θα επιχειρούσαν το ολοκαύτωμά τους. 

Πίσω ακολουθούσε διακριτικά η διμοιρία των ιταλών στρατιωτών. Έμοιαζε σαν μια πελώρια νεκρική πομπή, αυτή η πελώρια κάμπια ανθρώπων που λες αερικά και φαντάσματα διέσχιζαν τον κεντρικό δρόμο του νησιού για τελευταία ίσως φορά. Απίστευτες σκηνές αρχαίας τραγωδίας με ασυγκράτητους λυγμούς που αναδύονταν σαν ικεσία στους ουρανούς παίζονταν εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό στη μαρτυρική νησίδα.

Σε λίγο η πομπή έφτασε στην προκυμαία, που ήδη είχαν φτάσει ανώτεροι Ιταλοί αξιωματούχοι, ο διευθυντής, ο διαχειριστής και ο ενωμοτάρχης. Ο Επαμεινώνδας, θαρραλέος και προετοιμασμένος, έκανε ένα βήμα μπροστά, και σταμάτησε απέναντι στους ντόπιους και ξένους αξιωματούχους του ναζισμού, παίρνοντας το λόγο, ενώ όλα τα βλέμματα των συνασθενών του, όπως και οι ελπίδες τους,  ακουμπούσαν επάνω του.
-        
  « Η επιθυμία μας, μετά από αυτή την απερίγραπτη εγκατάλειψη στην οποία έχομε περιέλθει, είναι να επιταχύνουμε το θάνατό μας. Διότι ο αργός θάνατος από την πείνα είναι απερίγραπτα χειρότερος και αβάσταχτα οδυνηρότερος. Η τέλεια και απροσχημάτιστη εγκατάλειψή μας, και μάλιστα από Ευρωπαίους που καυχώνται γι το σύγχρονο πολιτισμό τους, είναι όχι μόνο απαράδεχτη αλλά βάρβαρη και πρωτόγονη. Πάρετε τον παπά, το προσωπικό και τα παιδιά και φύγετε! Εμείς θα βάλομε φωτιά και θα γίνουμε ολοκαύτωμα! Θα ζωντανέψουμε για άλλη μια φορά το Αρκάδι και το Μεσολόγγι! Θα χορέψουμε ένα νέο χορό του Ζαλόγγου! Είναι βλέπετε πολλά τα εγκλήματα που μας βαραίνουν! Ατυχήσαμε όχι από υπαιτιότητά μας, αλλά γιατί έτσι η μοίρα το θέλησε! Πηγαίνετε και ο Θεός μαζί σας… Εμείς σας συγχωρούμε όλους!».

Τα λόγια του Επαμεινώνδα δεν άφησαν κανένα, ασυγκίνητο και αδάκρυτο. Ακόμη κι αυτούς τους ίδιους τους καταχτητές που με δυσκολία ξεροκατάπιναν και νευρικοί άκουγαν αλληλοκοιταζόμενοι… Μεσολάβησαν κάποια δευτερόλεπτα αμηχανίας, αφού οι καταχτητές έχασαν τα λόγια τους μέχρι, που ο ιταλός επικεφαλής, απευθυνόμενος στους ασθενείς, που οι λυγμοί τους εξακολουθούσαν να σχίζουν βουβοί και σπαραξικάρδιοι τον αέρα, τους είπε:
-«Θα πάρω μαζί μου τον παπά και θα πάμε στη Νεάπολη, στο στρατηγό Κάρτα και θα φροντίσουμε όσο μπορούμε για εσάς. Παρακαλώ δώστε μου τρεις μέρες καιρό…»

Ο Επαμεινώνδας γύρισε και κοίταξε τους συνασθενείς του. Λες και συνεννοημένοι με τα μάτια, εκείνοι δια βοής συμφώνησαν με την πρόταση της αναμονής. Οι ασθενείς και οι υπάλληλοι γύρισαν στις θέσεις τους. Ο Επαμεινώνδας με τους συντρόφους του κατευθύνθηκαν λίγο πιο απόμακρα, στα ανατολικά θαλάσσια τείχη, εκεί που πολλές φορές πήγαινε μονάχος του και διαλογιζόταν κοιτάζοντας την απεραντοσύνη της θάλασσας. 

Εκεί που ακούγοντας τον υπόκωφο βρούχο των κυμάτων που σπάγανε στις θαλασσινές σπηλιές κάτω απ’ τα τείχη, κοίταζε τα απέναντι σητειακά βουνά που του θύμιζαν τα ανέμελα παιδικά χρόνια στο χωριό του. Σκέφτηκαν όλοι μαζί, ότι η αγάπη, ο ανθρωπισμός και ο ευαγγελικός λόγος, είναι τροπαιούχα και συντρίβουν τα πάντα, ακόμη κι αυτή τη βαρβαρότητα του πολέμου.  Ήταν αναμφίβολα μια πρώτη Νίκη. Μια αμυδρή σύσπαση χαμόγελου πέρασε βιαστικά από το πρόσωπό του…

Πέρασαν τρεις μέρες. Το απόγευμα της τρίτης μέρας, μια πολυτελής βενζινάκατος, ακολουθούμενη από τη βάρκα του δημοσίου με το διευθυντή και τους υπαλλήλους, φαινόταν να πλησιάζουν προς το νησί. Σε λίγο απεβιβάζονταν ο γενικός διοικητής Κρήτης, ο Νομάρχης Λασιθίου, ο διοικητής της χωροφυλακής και πέντε ανώτεροι Ιταλοί στρατιωτικοί, όλοι τους διορισμένοι από τους καταχτητές. Μέσα στην πολυτελή βενζινάκατο, ήταν και ο στρατηγός Κάρτα, που για λόγους ασφαλείας, δεν απεβιβάσθη, αλλά παρακολουθούσε μέσα από το σκάφος κάνοντας βόλτες από τ’ ανοιχτά.

Όλοι οι ασθενείς είχαν κατέβει κι αυτή τη φορά στην προκυμαία. Ακόμη και οι ανάπηροι είχαν βοηθηθεί από τους πιο υγιείς για να καταφθάσουν. Παραταγμένοι από τη μια μεριά οι επισκέπτες, από την άλλη οι ασθενείς. Στη μέση και μπροστά, ο Επαμεινώνδας, όπου μετά το σύντομο καλωσόρισμα, άρχισε ξανά τη μαχητική του αγόρευση:

-«Αυτό είναι κύριοι, η ανταμοιβή της κοινωνίας και του πολιτισμού της» είπε και έβγαλε δείχνοντας από την τσέπη του, ένα κομμάτι ψωμί από σκουληκιασμένο καλαμποκάλευρο. «Αυτό είναι η ανταμοιβή του ανθρωπισμού σας και του πολιτισμού του 20ου αιώνα, σε ανθρώπους που έτυχε να στερηθούν την ελευθερία τους χάριν της υγείας τους, που απομονώσατε σ’ αυτό τον αφιλόξενο βράχο για να πεθάνουν από την πείνα. Δε ζητάμε τίποτα άλλο από εσάς τους πολιτισμένους Ευρωπαίους, που ο πόλεμος σας έφερε ως εδώ, στα χώματά μας. Ένα πράμα μόνο ζητάμε: Να μας συμπεριλάβετε στη δύναμη των στρατευμάτων κατοχής και να μην αφήσετε 350 συνανθρώπους σας, να πεθάνουν από την πείνα»…

Μια βουβαμάρα και σιωπή έπεσε σαν βαρύ πέπλο για να επισκιάσει το τέλος της αγόρευσης του Επαμεινώνδα, οποίος εξακολουθούσε να κρατά υψωμένο το χέρι του με το σκουληκιασμένο καλαμποκάλευρο που κοίταζαν συνέχεια οι καταχτητές…
Τη σιωπή έλυσε, η παρέμβαση του γενικού διοικητή Κρήτης, ο οποίος κάνοντας ένα βήμα πιο μπροστά και κοιτάζοντας προς τη μεριά των ασθενών είπε:

-«Οι Ιταλοί και εμείς αποφασίσαμε να από αύριο να σας φέρουμε ανελλιπώς τρόφιμα να γεμίσετε τα στομάχιά σας, ώστε η πείνα να πάψει να σας βασανίζει…». Οι ασθενείς στην ανέλπιστη αυτή απόφαση των καταχτητών, αφού θεωρούσαν τους εαυτούς τους πια ξεγραμμένους, άρχισαν να χειροκροτούν αμήχανα, αυτοί τουλάχιστον που τα δάχτυλά τους ήταν ακόμη στη θέση τους. Ο Επαμεινώνδας ευχαρίστησε εκ μέρους των συνασθενών του τους επισκέπτες και μαζί με τη διοίκηση του λεπροκομείου, οι καταχτητές απομακρύνθηκαν επιστρέφοντας στην Πλάκα.

Την επομένη το απόγευμα, ένα καΐκι έφτανε κατάφορτο, από τρόφιμα. Είκοσι κιλά λευκό αλεύρι, δυο κιλά μακαρόνια, ρύζι και ζάχαρη θα δινόταν σε κάθε ασθενή.  Η τροφοδοσία αυτού του είδους συνεχιζόταν επί μακρόν και αργότερα ο Ερυθρός Σταυρός έδινε χορηγίες σιταριού. Υπήρξε και η δυνατότητα να πωλούν στους χωρικούς των γύρω χωριών αντικείμενα που ανήκαν σε ασθενείς που πέθαιναν, ανταλλάσοντας τα με φαγώσιμα προϊόντα.  Αργότερα αφού έκαναν αυτοσχέδιες αλυκές στην ταράτσα του παλιού τελωνείου, παρασκεύαζαν αλάτι που το μοιράζονταν μεταξύ τους, και το αντάλλασαν με κυδώνια, αχλάδια, μήλα, ρόδια και πατάτες που τους έφερναν από το Οροπέδιο.

Ο πόλεμος συνεχιζόταν αμείλικτος και η σκιά του εξακολουθούσε να βαραίνει τα πάντα. Η ζωή στη Σπιναλόγκα, με το συνεχή αγώνα των αρρώστων υπό την καθοδήγηση του Επαμεινώνδα, είχε κάποιες μικρές βελτιώσεις και μπορούσαν πλέον να βιώνουν απερίσπαστοι την προσωπική τους τραγωδία, χωρίς να τους βασανίζει η έγνοια της διατροφής.


Πέρασε σχεδόν έτσι ενάμισι χρόνος, όταν έφτασε ο Σεπτέμβρης του 1944 και ένα πρωινό οι λάμψεις από τη μεριά της Πλάκας και της Κολοκύθας φώτιζαν σαν αστραπές τον ουρανό, ακολουθούμενοι από κρότους. Ώσπου, πριν το μεσημέρι, η βάρκα του δημοσίου φτάνοντας στην αποβάθρα, τους ανήγγειλε την ευχάριστη είδηση: Οι Γερμανοί με τους φασίστες Ιταλούς φίλους τους, ταπεινωμένοι εγκατέλειπαν τον πόλεμο και οπισθοχωρώντας κατέστρεφαν τις στρατιωτικές τους υποδομές. Το χαμόγελο, σ’ εκείνους που είχαν ακόμη απομείνει σάρκες στο πρόσωπο έλαμψε και πάλι στο μαρτυρικό βράχο.

 Σ’ ένα βράχο που αδηφάγος σαν τον Μινώταυρο θα εξακολουθούσε να καταπίνει αχόρταγος και ανελέητος ανθρώπους για 13 ακόμη χρόνια μέχρι να κλείσει…

Το παραπάνω ιστορικό χρονικό αποδοσμένο ελεύθερα, είναι εμπνευσμένο στο μεγαλύτερο μέρος του, από την αυτοβιογραφία του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, «Αϊτός χωρίς φτερά». Εκείνης της μεγάλης μορφής, ενός ανθρώπου Σύμβολο, που σημάδεψε με την παρουσία του όχι μόνο τη χανσενική Σπιναλόγκα αλλά και την Αγ. Βαρβάρα στην Αττική. 

Τα απομνημονεύματά του, που εκδόθηκαν πρόσφατα από τους κληρονόμους του, αποτελούν ένα διαχρονικό κήρυκα και σηματωρό Ανθρωπισμού και ασίγαστου αγώνα κατά της αδικίας και κάθε είδους αποκλεισμού. Φέτος το καλοκαίρι, κλείνουν ακριβώς 99 χρόνια από τη γέννησή του. Ας είναι αυτό το μικρό ιστορικό χρονικό, που εμπνεύστηκα από τη δική του πέννα και αφήγηση, ένα μικρό ταπεινό κερί στη μνήμη του.


* ΚΩΣΤΗΣ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗΣ
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ

1 σχόλιο: