ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

“Οπτικοακουαστικό ντοκουμέντο. Η ιστορία της Ευαγγελίας Κουτσαντώνη – Αϊβάζογλου που έχασε 23 άρρενες συγγενείς στην Μικρασιατική Καταστροφή“.

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

ΜΕΡΟΣ Β-Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Του Νίκου Ε. Καραγιαννακίδη*
(αναδημοσίευση από την έκδοση του Δήμου Καβάλας "Στοιχεία Ιστορίας του Νομού Καβάλας")

ΤΟ Α ΜΕΡΟΣ:ΕΔΩ

3.            Ο Μεσοπόλεμος

Στα 1928 η Καβάλα είχε υπερδιπλασιάσει τον πληθυσμό της σε σχέση με το 1920. Έφτασε τους 50.852. Και οι πρόσφυγες κυριαρχούσαν. Οι «γηγενείς», αυτοί δηλαδή που διέμεναν στην πόλη προ του 1922, ήταν μόλις 10.598 (ποσοστό 21%), οι πρόσφυγες έφταναν τους 28.927 (ποσοστό 57%) και οι μετανάστες από άλλες περιοχές (μαζί με κάποιους αλλοδαπούς) ήταν 11.327 (ποσοστό 22%).
Οι πρόσφυγες που κατέφυγαν στην πόλη στα τέλη του 1922 και στις αρχές του 1923 προέρχονταν από διάφορους τόπους. Ήταν Μικρασιάτες, Πόντιοι, από την Ανατολική Θράκη, από άλλα μέρη της Μακεδονίας, από τη Δυτική Θράκη· τέλος, ποσοστό τους προήλθε από τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία και τη Ρωσία, όπου από τα τέλη του 1917 είχαν επικρατήσει οι «Μπολσεβίκοι» (=πλειοψηφούντες) κομμουνιστές του Λένιν.


Πρέπει να σημειώσουμε ότι ένα μικρό ποσοστό των νέων κατοίκων της πόλης βρέθηκε στην Ελλάδα πριν το 1922. Αυτοί ήταν Ρωμιοί (ελληνορθόδοξοι) από την Ανατολική Θράκη (περιοχή Κεσσάνης κλπ.), τούς οποίους η κυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκδίωξε από τις πατρίδες τους, σε «ανταπόδοση» της φυγής μουσουλμάνων κατοίκων των «Νέων Χωρών» (έτσι ονομάζονταν τα κερδισμένα με τους 2 βαλκανικούς πολέμους) στα τέλη του 1913 και στις αρχές του 1914. 

Υπήρξαν επίσης λίγοι Μικρασιάτες, πού έφυγαν από εκεί μετά το 1919 για να αποφύγουν την εμπλοκή τους στον πόλεμο (ως Οθωμανοί υπήκοοι όφειλαν να στρατευθούν στον τουρκικό στρατό) ή επειδή διέβλεπαν το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας · τέλος, στην πόλη βρέθηκαν προ του 1922 λίγοι Ηπειρώτες και Μακεδόνες.
Οι πρόσφυγες, πριν καταλήξουν στην Καβάλα κατέφυγαν - οδηγήθηκαν και κατευθύνθηκαν, θα ήταν ακριβέστερο- σε διάφορες περιοχές της νέας τους πατρίδας: στη Χίο, τη Λέσβος και τη Λήμνο (νησιά πού βρίσκονται κοντά στη μικρασιατική ακτή και μπόρεσαν σχετικά εύκολα να προσεγγιστούν από καταδιωκόμενους πληθυσμούς), τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, το Αγρίνιο, την Εύβοια, τη Λευκάδα κ.α.

Αναφέρθηκε ήδη πως ήταν μεγάλος ο αριθμός των προσφύγων που μπήκε στην καπνεπεξεργασία. Αυτό ίσχυσε, βέβαια, για το τμήμα του προσφυγικού στοιχείου πού δε γνώριζε κάποια τέχνη. 
Όσοι ασχολούνταν με πιο εξειδικευμένες επαγγελματικές δραστηριότητες στους τόπους καταγωγής τους, συνέχισαν –σε μεγάλο βαθμό- να τις εξασκούν και στην Καβάλα. Έτσι, όσοι ήταν ξυλουργοί, οικοδόμοι, ραφείς, σιδηρουργοί, τεχνίτες («μάστορες») ή βοηθοί («τσιράκια») υποδηματοποιοί, αρτοποιοί και αρτεργάτες, μανάβηδες και μπακάληδες, καφεπώλες, ωρολογοποιοί, πεταλωτές, οπλουργοί, άνθρωποι πού κατασκεύαζαν κι επισκεύαζαν ζυγαριές, τορναδόροι, πλανόδιοι πωλητές ψιλικών και ειδών προικός, πλανόδιοι οπωροπώλες, μουσικοί και ναυτικοί συνέχισαν να ασκούν και εδώ τα επαγγέλματά τους. 



Πρόσφυγες εργάστηκαν ακόμη σε ρυμουλκά σκάφη, καφεκοπτεία, καθώς και ως οδηγοί οχημάτων (κάρων ή φορτηγών) μεταφοράς καπνών ή αυτοκινήτων πού ανήκαν σε καπνεμπορικές εταιρείες
Γρήγορα μετά την είσοδο στο καπνομάγαζο, οι πρόσφυγες συναντήθηκαν με το συνδικαλιστικό κίνημα και εντάχθηκαν μαχητικά στο μέτωπο των διεκδικήσεων για καλύτερη αμοιβή και καλύτερες συνθήκες απασχόλησης. 

Με πρώτη χρονικά τη συμμετοχή στην κινητοποίηση για την αποτροπή εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών τον Απρίλιο του 1925 και αργότερα, στα 1928, στη μαζική διαμαρτυρία για την εξασφάλιση της απασχόλησης μετά την εφαρμογή της «τόγκας» (μηχανικής επεξεργασίας των καπνών, αντί της μέχρι τότε εφαρμοζόμενης «κλασικής», δηλ. αυτής που γινόταν με τα χέρια), αποτέλεσαν μια σημαντική «μαγιά» και δεξαμενή υποστηρικτών και ψηφοφόρων για την Αριστερά. 

Βέβαια, μεγάλο μέρος των προσφύγων ήταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 πιστοί οπαδοί του Ελευθερίου Βενιζέλου. Παρά το ότι ο Βενιζέλος ήταν αυτός που είχε ξεκινήσει τη Μικρασιατική Εκστρατεία στα 1919, η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων «χρέωνε» την ήττα και –κυρίως- τον «ξεριζωμό» στους πολιτικούς αντιπάλους του Κρητικού ηγέτη.

Τον Οκτώβριο του 1929 καταρρέει το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και ξεκινά μια αλυσιδωτή κρίση πού ταλάνισε για μερικά χρόνια όλον τον καπιταλιστικό κόσμο (μιλούμε για χώρες με καπιταλισμό, αφού έχει από το 1917 δημιουργηθεί το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο, η Σοβιετική Ρωσία).
Η κρίση έφτασε και στην Ελλάδα και επηρέασε δραματικά την οικονομία της. Η χώρα χρεωκοπεί στα 1932 και μετά την υπέρβαση της κρίσης στα 1934 εφαρμόζεται η λεγόμενη «πολιτική της αυτάρκειας»: αυτό σήμαινε ότι εφαρμόστηκε μείωση των εισαγωγών τροφίμων, με παράλληλη αύξηση της σιτοπαραγωγής. 

Το διάστημα, όμως, της κρίσης ήταν μία οδυνηρή περίοδος, με ανεργία, ανέχεια και στερήσεις. Η κατάσταση ήταν τόσο άσχημη, που στην Καβάλα χρειάστηκε να λειτουργήσουν λαϊκά συσσίτια. Γυναίκες που ήταν καπνεργάτριες - ασφαλισμένες του Ταμείου Ασφαλίσεως Καπνεργατών (Τ.Α.Κ.) έδιναν το βιβλιάριό τους σε άλλες, που μέχρι τότε ήταν οικοκυρές, ώστε οι τελευταίες να κάνουν κάποιο μεροκάματο, που ήταν τόσο απαραίτητο για την επιβίωση.
Μήτσος Παρτασαλίδης
ΑΡΧΕΙΟ ΑΣΚΙ

Η κρίση ξεπεράστηκε και δεν πήρε τις διαστάσεις που έλαβε στη Δυτική Ευρώπη, αλλά η πολιτική ζωή της χώρας είχε αποκτήσει ένα καινούριο χαρακτηριστικό: την πολιτική και εκλογική ισχυροποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας. Στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 η Καβάλα εξέλεξε τον πρώτο κομμουνιστή δήμαρχο στην ιστορία της Ελλάδας, το συνδικαλιστή καπνεργάτη Μήτσο Παρτσαλίδη. 

Το παράδειγμα της Καβάλας ακολούθησαν μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 18 Μαρτίου, οι Σέρρες και μερικές δεκάδες χωριά σε όλη την Ελλάδα. Η Αριστερά πρόβαλλε απειλητική, αλλά οι εξελίξεις υπήρξαν αρνητικές τόσο γι’ αυτήν, όσο και για την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στην Καβάλα, οι μηνύσεις και οι διώξεις εναντίον του Παρτσαλίδη και των συνεργατών του ήταν πάμπολλες και οδήγησαν τελικά στην έκπτωση του «κόκκινου Δημάρχου» και στην επιβολή άλλης από τη θέληση των εκλογέων. 
Τέσσερις από τους δημοτικούς συμβούλους της «κόκκινης» πλειοψηφίας, εκτοπίσθηκαν και – αφού έμειναν 7 χρόνια στην εξορία ή στη φυλακή- παραδόθηκαν στα 1941, από τα απομεινάρια του καθεστώτος Μεταξά, στους Γερμανούς. Ήταν οι Δημοσθένης Μακέδος, Νίκος Νεγρεπόντης, Γιώργης Μπαρμπαλέξης και Γιάννης Ευθυμιάδης, όλοι καπνεργάτες. Και οι τέσσερις εκτελέστηκαν: οι τρεις πρώτοι από τους Γερμανούς, στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 και ο τέταρτος, στο Κούρνοβο της Θεσσαλίας, τον Ιούνιο του 1943 από τους Ιταλούς. 
  
Στα 1935 η Δημοκρατία έδωσε –μετά από 11 χρόνια- τη θέση της στη Βασιλεία, η οποία επανήλθε με ένα νόθο δημοψήφισμα. Μετά την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου και τις διαδοχικές κυβερνητικές κρίσεις, τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η δικτατορική κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά (Αύγουστος 1936). Λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας ξέσπασαν μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις. Μάλιστα, είχε προγραμματιστεί πανελλαδική πανεργατική απεργία για τις 5 Αυγούστου.
 Η απεργία δεν έγινε ποτέ, αφού στις 4 Αυγούστου ο Μεταξάς - πού κυβερνούσε ήδη από το Μάρτιο του 1936 «εν λευκώ», με την εξουσιοδότηση της Βουλής και με μοναδική φωνή αντίδρασης αυτή των κομμουνιστών - επέβαλε δικτατορία με τη σύμφωνη γνώμη του Γεωργίου.
Παρά τον αντιλαϊκό του χαρακτήρα, το καθεστώς Μεταξά μερίμνησε για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Υφυπουργός Εργασίας τοποθετήθηκε ένας πρώην καπνεργάτης, με συνδικαλιστική δράση στην Καβάλα, ο Αριστείδης Δημητράτος. Ο τελευταίος προσπάθησε να καταστήσει το όνομά του συνώνυμο της κρατικής μέριμνας για τούς εργάτες. 

Βέβαια, η προσπάθεια αυτή αποσκοπούσε στην εκτόνωση της λαϊκής καχυποψίας απέναντι στο καθεστώς και στην αντιμετώπιση της επίδρασης που άσκουσε η ιδεολογία της Αριστεράς και γενικότερα της Δημοκρατίας στις εργατικές μάζες.
Ανεξάρτητα πάντως από το αν το καθεστώς Μεταξά προσπάθησε να «χρυσώσει το χάπι» στους εργαζομένους και να τούς πείσει ότι ενεργούσε προς το συμφέρον τους, αυτό πού προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ότι οι συνθήκες εργασίας και οι αμοιβές βελτιώθηκαν αισθητά. Στο διάστημα 1928-1932 η εβδομαδιαία αμοιβή των καπνεργατών κυμάνθηκε από 60 έως 125 δραχμές, ενώ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά έφτασε στις 500 δραχμές. Ακόμη, το καθεστώς φρόντισε να λάβει φιλεργατικά μέτρα, όπως ήταν η καθιέρωση του οκταώρου, η διατήρηση της τιμής του ψωμιού σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, η ασφάλιση των εργαζομένων κ.α.π. 

Το γεγονός, πάντως, ότι τα χρόνια μέχρι τον πόλεμο δεν ήταν εύκολα αποδεικνύεται και από μεγάλο ποσοστό γυναικών που εργαζόταν. Βέβαια, οι αντιλήψεις της εποχής επέβαλλαν στη γυναίκα να «κάθεται» στο σπίτι και να ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών της· όμως, οι γυναίκες- πρόσφυγες πρώτης γενιάς πού εργάζονταν στην Καβάλα ήταν αρκετές. Κυρίαρχη απασχόληση τους ήταν η καπνεπεξεργασία (ήταν «πασταλτζούδες»), ενώ δεν έλειψαν και αυτές πού έπλεκαν δίχτυα ψαρέματος, οι νοσοκόμες, οι οικιακές βοηθοί, οι εργάτριες γης, καθώς και όσες βοηθούσαν χωρίς αμοιβή το σύζυγο στη δουλειά του (αρτοποιείο, κατάστημα πώλησης τροφίμων ή άλλων ειδών κ.α.π.).



Παρά την τελική επιβολή της «τόγκας» οι καπνεργάτες συνέχισαν να είναι ικανοποιητικά αμειβόμενοι μέχρι το 1940. Το ότι η κυβέρνηση Μεταξά προχώρησε σε συμφωνία με τη Γερμανία για την εφαρμογή του συστήματος «κλήριγκ» (αντιπραγματισμού, δηλαδή της ανταλλαγής γεωργικών προϊόντων με μηχανήματα και βιομηχανικά προϊόντα) συνέβαλε στη σταθερότητα τής καπνεπεξεργασίας και στη διατήρηση του ικανοποιητικού επιπέδου των αμοιβών. 
Αυτό διευκόλυνε μεγάλο αριθμό προσφύγων, οι οποίοι ήταν καπνεργάτες, στην αγορά σπιτιών και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.








4.         Η ταραγμένη δεκαετία (1940 – 1950)

Ο πόλεμος του 1940– ’41 και η τρίτη βουλγαρική κατοχή, η οποία επιβλήθηκε στην Καβάλα μετά την ήττα από τους Γερμανούς και την απόδοση της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας στη σύμμαχο των Ναζί Βουλγαρία, οδήγησε σε μια νέα οδυνηρή περιπέτεια τους κατοίκους της πόλης.
Η πολιτική του βίαιου εκβουλγαρισμού που εφάρμοσαν οι κατακτητές χρησιμοποιώντας την πείνα, το διωγμό από την περιοχή προς τη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα (πέρα από τον ποταμό Στρυμόνα) και την απαγόρευση κάθε δραστηριότητας που θύμιζε την ελληνικότητα της Καβάλας (χρήσης της γλώσσας, κατοχής και ανάγνωσης εντύπων, εκπαιδευτικής και εκκλησιαστικής δραστηριότητας στην ελληνική γλώσσα) έκανε τη ζωή των Καβαλιωτών μαρτυρική. Εκατοντάδες κάτοικοι πέθαναν από πείνα, χιλιάδες εγκατέλειψαν την πόλη και όσοι έμειναν αναγκάστηκαν να εκποιήσουν ό,τι περιουσιακό στοιχείο διέθεταν για να εξασφαλίσουν την επιβίωση. 



Δεν έλειψαν, βέβαια, και αυτοί που «βουλγαρογράφτηκαν»: άλλαξαν την κατάληξη του ονόματός τους σε –ωφ ή –εφ και δέχτηκαν να γίνουν Βούλγαροι υπήκοοι, προκειμένου να μην ταλαιπωρηθούν από πείνα και άλλες στερήσεις.

Στην Καβάλα ζούσε από τα τέλη του 16ου αιώνα μια ακόμη πληθυσμιακή ομάδα, μια εθνοθρησκευτική κοινότητα. Οι Εβραίοι, που στα 1941 ήταν ένα οργανικό κομμάτι της ζωής της. Ήταν πια οι Έλληνες Εβραίοι της Καβάλας και ζούσαν στην περιοχή της Παναγίας, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Βαρβάρας. 
Ασχολούνταν με το εμπόριο και τη βιοτεχνία, καθώς και την καπνεπεξεργασία: υπήρχαν πλούσιοι καπνέμποροι, αλλά και πολλοί καπνεργάτες. Είχαν Συναγωγή και σχολείο. Τα σχέδια της ναζιστικής Γερμανίας, όμως, άλλα προέβλεπαν: και αυτοί, μαζί με τους ομόθρησκούς τους της υπόλοιπης κατεχόμενης Ευρώπης, δεν είχαν θέση στην προοπτική της «Νέας Τάξης». Έπρεπε να λείψουν. Σε στενή συνεργασία με τη Βουλγαρία υλοποιήθηκε το σχέδιο της εξόντωσης. 



Οι Βούλγαροι τους κατέγραψαν, τους επέβαλαν περιορισμούς και τελικά τους συνέλαβαν και τους απήγαγαν, το βράδυ της 3ης προς 4η Μαρτίου 1943. Μεταφέρθηκαν με τραίνα στην Πολωνία, δήθεν για να εργαστούν εκεί και από μια κοινότητα 2.500 χιλιάδων ψυχών δεν επέστρεψε κανείς. 


Μόνοι επιζήσαντες ήταν μερικοί νεαροί Εβραίοι, που εργάζονταν σε καταναγκαστικά έργα στη Βουλγαρία. Από το Δεκέμβριο του 2003, όταν πέθανε ο τελευταίος, ο καπνέμπορος Σαμπετάι Τσιμίνο, που ήταν ένας από αυτούς τους νεαρούς της Κατοχής, η Καβάλα δεν έχει κανέναν Εβραίο κάτοικο.

Με μεγάλη καθυστέρηση σχετικά με την υπόλοιπη Ελλάδα, στις αρχές του 1944, αναπτύχθηκε στην περιοχή ένα κίνημα αντίστασης. Τελικά, στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, λίγες μέρες αφού η Βουλγαρία άλλαξε ηγεσία και μεταπήδησε στο συμμαχικό στρατόπεδο, δυνάμεις του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, στρατιωτικού σκέλους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου –ΕΑΜ) απελευθέρωσαν την Καβάλα.


Όμως, οι διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις των Ελλήνων σχετικά με τη μεταπολεμική εξέλιξη της χώρας και η εμπλοκή των ξένων οδήγησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο 1946 -1949. Η Καβάλα δεν υπήρξε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά κατέβαλε και αυτή βαρύ τίμημα. 

Εκατοντάδες αριστεροί και αντίθετοι με τη Μοναρχία πολίτες εκτελέστηκαν, εξορίστηκαν και διώχθηκαν, και η ζωή της πόλης δηλητηριάστηκε από το ζοφερό κλίμα της εμφύλιας σύρραξης. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγα τα νέα παιδιά της Καβάλας που τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν στις μάχες, φορώντας τη στολή του κυβερνητικού στρατού. Συμπλήρωσαν έτσι, με τον τραγικότερο τρόπο, τον ήδη μεγάλο αριθμό τραυματιών και νεκρών από τον πόλεμο του 1940, το αντιστασιακό κίνημα και την καταστροφική μανία των Βουλγάρων κατακτητών. 

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ενώ η Καβάλα είχε στις παραμονές της 28ης Οκτωβρίου 1940 περίπου 50.000 κατοίκους (για την ακρίβεια 49.667) στα 1951 όχι μόνο δεν είχαν αυξηθεί, αλλά ήταν μειωμένοι κατά περίπου 15% (η απογραφή του 1951 κατέγραψε πληθυσμό 42.261, μειωμένο δηλαδή κατά 7.406 ψυχές).



*Ο Νίκος Ε. Καραγιαννακίδης είναι ιστορικός,
υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο,
nikhistor@gmail.com, blog: nikhistor.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου