ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

“Οπτικοακουαστικό ντοκουμέντο. Η ιστορία της Ευαγγελίας Κουτσαντώνη – Αϊβάζογλου που έχασε 23 άρρενες συγγενείς στην Μικρασιατική Καταστροφή“.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Αντίσταση και Κατοχή στη Σπιναλόγκα και μια εκδήλωση στη μνήμη του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη

Κρήτη, σοκάκι στην Σπιναλόγκα, 1935, φωτογράφος Rene Zuber
Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση μιας μεγάλης μορφής, του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη (Απίδι Σητείας 1914 - Αγ. Βαρβάρα Αττικής 1978), που σημάδεψε το Χανσενικό κίνημα στην Ελλάδα με τη δράση του, τόσο μέσα στη Σπιναλόγκα επί 20 χρόνια, όσο και στο σανατόριο της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω Αττικής καθώς και την πρόσφατη έκδοση της αυτοβιογραφίας του από τους κληρονόμους του, την οποία υπαγόρευσε στο μεγαλύτερο μέρος της σε άλλους όντας τυφλός από τη νόσο, η βιβλιοθήκη “Μανώλης Φουντουλάκης” διοργανώνει εκδήλωση μνήμης το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου στις 6 το απόγευμα, στην αίθουσα Σπιναλόγκα του ξενοδοχείου Blue Palace στην Πλάκα Ελούντας.

 Την εκδήλωση συνδιοργανώνει ο Προοδευτικός Σύλλογος Ελούντας και υποστηρίζει ο ΠΑΟΔΑΝ. 

 Συντονίζει ο Κωστής Μαυρικάκης ο οποίος έχει γράψει το χρονικό που παραθέτουμε στη συνέχεια- σε δυο μέρη- και αφορά  στα γεγονότα εκείνης της εποχής




Τα πνευματικά δικαιώματα της αυτοβιογραφίας για τη Γαλλία και άλλες τρίτες χώρες έχουν εν ζωή παραχωρηθεί στον γαλλο-ελβετό Maurice Born, αρχιτέκτονα - εθνολόγο (Διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο της Λωζάννης) και Ερευνητή του Ινστιτούτου Περιβάλλοντος στο Παρίσι, ο οποίος θα είναι και ο κύριος ομιλητής. Τον Ρεμουντάκη γνώρισε από κοντά λίγα χρόνια πριν πεθάνει στο σανατόριο της Αγίας Βαρβάρας και έχει καταγράψει σημαντικές λεπτομέρειες από τη ζωή των χανσενικών.

Ο κύριος Maurice Born είναι από τους λίγους στην Ευρώπη που έχει μελετήσει σε βάθος την ιστορία της λέπρας και των λεπροκομείων, όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε ολόκληρη την Γηραιά Ήπειρο. Τα τελευταία χρόνια μετακόμισε από το Μπορντώ της Γαλλίας και σήμερα ζει μόνιμα στην Κρήτη. Έχει γράψει αρκετά βιβλία και έχει ασχοληθεί, ως εκδότης, με την έκδοση άλλων 80 περίπου.

Το 1973 έγραψε το σενάριο για την ταινία του Ζαν Ντανιέλ Πολέ «Η Τάξη» (L’Ordre) με υπότιτλο «Οι λεπροί της Σπιναλόγκας: Οικειοποίηση μιας ανάμνησης», στην οποία μιλάει συνταρακτικά ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης και η οποία θα προβληθεί στο τέλος της εκδήλωσης.

Παρεμβάσεις θα κάνουν και άλλες προσωπικότητες που είχαν γνωρίσει από κοντά τον Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη.

Η Βιβλιοθήκη “Μανώλης Φουντουλάκης” είναι γνωστή για την ποιότητα και το κύρος των εκδηλώσεων που προγραμματίζει για την ιστορία, τα βιβλία, τον πολιτισμό, τη λαογραφία και την ιστορική μνήμη και η δράση της είναι ευρύτερα γνωστή στον ελλαδικό χώρο έχοντας αποσπάσει πολύ επαινετικά σχόλια για τις εκδηλώσεις της.

(Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ)*

Αντίσταση και Κατοχή στη Σπιναλόγκα .Μέρος Α

Εδώ το Β Μέρος



ΜΝΗΜΗ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ ΡΕΜΟΥΝΤΑΚΗ*

Οι λόγχες της διμοιρίας των Ιταλών στρατιωτών στο οχυρωματικό καταφύγιο της βραχώδους ακτής της πέρα Πλάκας αντανακλούσαν στο φως του πρωινού μαρτιάτικου ήλιου και επέστρεφαν τις ασημόχρωμες ακτίνες τους πίσω, στα δυτικά θαλασσινά μπεντένια της Σπιναλόγκας.

Μια ομάδα σημαδεμένων ανθρώπων, οι πιο νέοι και οι πιο υγιείς, από τους περίπου 350 αρρώστους αυτού  του πέτρινου μινώταυρου, που καταβρόχθιζε αχόρταγα ανθρώπους για σαράντα σχεδόν χρόνια, σκαρφαλωμένοι πίσω από τις επάλξεις του τείχους μπροστά από τον Άγ. Παντελεήμονα, παρατηρούσαν διακριτικά τους ιταλούς στρατιώτες στην απέναντι παραλία του μικρού οικισμού.

Το προηγούμενο βράδυ, είκοσι περίπου απ’ αυτούς, παίρνοντας κάθε μέτρο προφύλαξης μαζεύτηκαν με τρόπο που πληρούσε όλους τους συνωμοτικούς κανόνες στη χαμηλή πλατεία του βόρειου επιθαλάσσιου προμαχώνα Μισέλ, έτσι ώστε να μη γίνουν αντιληπτοί από κανένα. Ούτε μέσα από το νησί αλλά και ούτε από τις απέναντι ακτές στα Κοπράνια και τη Ρομπόλα που φρουρούσαν ιταλοί καραμπινιέροι.

Κωστής Μαυρικάκης 
Οι καταχτητές που είχαν περιζώσει ασφυκτικά το μικρό ψαροχώρι περιπολώντας όλη την ακτογραμμή από τον Αφορεσμένο μέχρι και το Σχίσμα της Ελούντας, ήλεγχαν διακριτικά και τη μικρή κοινωνία των άτακτων χανσενικών του φρουρίου, αφού δεν ήθελαν άλλες φασαρίες στο κεφάλι τους. 

Με την κατασκοπία τους και τους ντόπιους συνεργάτες τους, γνώριζαν, ότι το πατριωτικό φρόνημα των απομονωμένων στο βράχο ασθενών ήταν ιδιαίτερα ανεβασμένο. Κυρίως με τα κηρύγματα και την ασίγαστη αντιστασιακή δράση του 28χρονου πρώην φοιτητή της Νομικής Σχολής της Αθήνας Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, που η μοίρα τον έφερε, άρρωστο κι εκείνο σ’ αυτό το Γολγοθά.

Γνώριζαν ότι όλοι οι ασθενείς, παρόλο τους αφόρητους πόνους τους, μοιράζονταν στα τρία καφενεία του νησιού που όλα διέθεταν ραδιόφωνο, και άκουγαν από τα ελληνόφωνα προγράμματα  των βραχέων κυμάτων, τα νέα για την εξέλιξη του πολέμου στο μέτωπο. Σε κάθε νίκη των ελληνικών και των συμμαχικών δυνάμεων, η καμπάνα του Αγ. Παντελεήμονα χτυπούσε χαρμόσυνα και συνθηματικά, για να μεταβιβάσει αυτά τα νέα στους κατοίκους της Πλάκας, του Βρουχά και της Ελούντας που δεν διέθεταν ραδιόφωνο.

Ήταν πολλές οι φορές, που έπαιρναν στα κρυφά τη βάρκα της υπηρεσίας και με επικεφαλής τον Επαμεινώνδα κωπηλατούσαν αθόρυβα στα σκοτεινά νερά και ξεγλυστρώντας στο σκοτάδι της νύχτας, έφταναν στην Πλάκα, που τους περίμεναν ντόπιοι από τα γύρω χωριά για να τους μεταβιβάσουν τα νέα για την εξέλιξη του μετώπου.

Και τότε, ήταν που τους κέρναγαν κονιάκ και κανελάδα, δίπλα στο αναμμένο μαγκάλι που ζέσταινε τις καρδιές όλων και έριχνε αυτό το αόρατο δίχτυ απομόνωσης που τους χώριζε από τους υγιείς. 

Και όλοι μαζί χαίρονταν για τις ελληνικές και συμμαχικές νίκες ενάντια στο φασισμό και το ναζισμό. Όλα αυτά τα γνώριζε ο εχθρός και τα παρακολουθούσε διακριτικά.
Από τις αρχές όμως του φετινού χειμώνα, τα τρόφιμα άρχισαν να κάνουν εμφανή την έλλειψή τους μέσα στο νησί, παρόλο που μέχρι τότε απολάμβαναν κάθε αγαθό, από τους χωρικούς των διπλανών χωριών που τους έφερναν ό,τι μπορούσες να φανταστείς.

Ο λιπόσαρκος, ψηλός και  με λεβέντικη κορμοστασιά, Επαμεινώνδας, ήταν ήδη τρόφιμος του κολαστηρίου της Σπιναλόγκας εδώ και έξι χρόνια. Τίποτα δεν θα μαρτυρούσε για την ασθένειά του, αν δεν ήταν ορατά κάποια μικρά και ανεπαίσθητα ερυθρά μελανώματα στα μπράτσα και στο πρόσωπο, που τον κυνηγούσαν από μικρό μαθητή στο δημοτικό σχολείο της Αγ. Τριάδας της Σητείας. Τώρα του είχε ακόμη επέλθει, μια μικρή, ελάχιστη παραμόρφωση στα πάνω άκρα, με μια ελαφρά αραίωση των οφρίων, όπως ήταν και η επίσημη διάγνωση του γιατρού Μαρκιανού στην Αγ. Βαρβάρα πριν έξι χρόνια.


Ο δραστήριος και αεικίνητος Επαμεινώνδας, που έδινε νόημα για μια εξαετία στη ζωή των άτυχων εγκλείστων συνασθενών του, άφησε το θεραπευτήριο της Αγίας Βαρβάρας του Αιγάλεω για να έρθει ένα μαρτιάτικο πρωινό του 1936 να συναντήσει την ήδη εγκλεισμένη αδελφή του Μαρία, στον αφιλόξενο βράχο, εκτίοντας την πιο στυγερή ποινή που η μοίρα επεφύλαξε και στους δυο τους. 

Με φωνή βραχνή αλλά στεντόρεια, απευθύνονταν κάθε φορά που με συνωμοτικό τρόπο μαζεύονταν στην κρυψώνα του βόρειου προμαχώνα, στους είκοσι συντρόφους που είχε επιλέξει, τους πιο υγιείς και νέους από τους συνασθενείς του, που τα αλμυροπασπαλισμένα τους πρόσωπα αχνοφέγγιζαν από το μικρό λαδοφάναρο, σαν άλλοι κλέφτες και αρματωλοί μέσα στις επάκτιες οχυρώσεις.

Ο αποκλεισμός των τροφίμων του νησιού από τους καταχτητές είχε ήδη υπερβεί κάθε μέτρο ανθρώπινης δυνατότητας και κυρίως κάθε μέτρο ανθρωπισμού σε σημαδεμένους από τη μοίρα ανθρώπους. Ο φούρναρης της Πλάκας είχε εδώ και σχεδόν ένα μήνα σταματήσει να βγάζει ψωμιά για τους αρρώστους αφού το απόθεμα των αλεύρων στις αποθήκες του Αγ. Νικολάου είχε κατασχεθεί από τα στρατεύματα κατοχής. Παρότι ο προηγούμενος χειμώνας ήταν γεμάτος νερά και ο γρανιτένιος βράχος, ακόμη κι αυτός, βλάστησε σε κάθε κηπούλι με ραδίκια, σπανάκι, λάχανα και μαρούλια, τα μαξούλια άρχισαν να λιγοστεύουν στα τραπέζια τους. 

Ακόμη κι αυτό το ανταλλακτικό εμπόριο που έκαναν με τους χωρικούς της Ελούντας και του Βρουχά, δεν είχε πια νόημα αφού οι Σπιναλογκίτες δεν διέθεταν κανένα είδος προς ανταλλαγή… Ένας βάρβαρος αποκλεισμός τροφίμων και προμηθειών, υψωνόταν περισσότερο και από τα θαλάσσια τείχη της απομόνωσής τους, που περίζωναν τη μικρή θαλασσοκλεισμένη κοινωνία τους.


Κάθε απόπειρα για ανεύρεση τροφής, κωπηλατώντας αθόρυβα με τα σακατεμένα τους άκρα και με χίλιες δυο προφυλάξεις μέσα στο σκοτάδι της νύχτας για να φτάσουν μέχρι την Πλάκα όπου άλλοι πατριώτες, τους κουβαλούσαν στα κρυφά προμήθειες μέσα σε ολόκληρη τη ναρκοθετημένη ακτογραμμή από τη Ρομπόλα μέχρι τα Κοπράνια, ήταν καταδικασμένη στην αποτυχία.

Ο εχθρός τους είχε προειδοποιήσει: «Κάθε δραπέτης χανσενικός που θα εσυλλαμβάνετο στις ακτές της Πλάκας, θα εκτελείτο δια τουφεκισμού επιτόπου». 

Πριν από μια βδομάδα, ο 20χρονος Αντωνακάκης από χωριό του Ηρακλείου, άρρωστος χανσενικός νοσηλευόμενος, που είχε κάνει δύο προηγούμενες επιτυχημένες προσπάθειες ανεύρεσης τροφής, στην τρίτη δεν γύρισε ζωντανός…
Επικεφαλής των φασιστών Ιταλών της Πλάκας ήταν τότε ένα γερμανικό κτήνος. Ο Αντωνακάκης μόλις συνελήφθη να αποβιβάζεται και να ξεγλιστρά  από τη βάρκα, στο πηχτό σκοτάδι της Πλάκας, για να παραλάβει τρόφιμα από το γυναικάδελφό του, μετεφέρθη με δεμένα τα μάτια από μια ομάδα ιταλών με επικεφαλής το Γερμανό στο πολυβολείο πίσω από τα τελευταία σπίτια του οικισμού και μια ομοβροντία του έκοψαν το νήμα της ζωής.


Το γερμανικό κτήνος τον αποτελείωσε εξ επαφής με το περίστροφό του. Κατόπιν, ανάγκασαν το γυναικάδελφό του να μεταφέρει το πτώμα στην πλώρη της βάρκας του δημοσίου, να το σκεπάσει με αστιβίδες, θυμάρια και κλαδιά χαρουπιάς και να κωπηλατεί μέχρι τη δυτική πύλη του φρουρίου. Την ίδια στιγμή ακολουθούσε άλλη βάρκα με πάνοπλους ιταλούς στρατιωτικούς για εκφοβισμό των αρρώστων που είχαν μαζευτεί στην προκυμαία, ακούγοντας τους πυροβολισμούς. Αυτό τους τσάκισε το ηθικό αλλά μέσα στην προσωπική τους τραγωδία, χαλύβδωσε και την πίστη τους στον άνισο αγώνα που έπρεπε να δώσουν πλέον…


Οι μεγάλες βάρκες του δημοσίου που κατά ομάδες των 30 ατόμων οι άρρωστοι ψάρευαν στους σκοπέλους του Σκουγιέτου και της Πελεκητής τις καλοθρεμμένες μπουκανάρες για να συμπληρώνουν την τροφή τους, είχαν κατασχεθεί από τους Ιταλούς με τη δικαιολογία αποτροπής της απόδρασής τους.

Ακόμη και αυτές οι μικρές βάρκες που κατασκεύασαν για να ψαρεύουν, από κάσες του νεκροταφείου του νησιού, μόλις έγινε αντιληπτό από τον εχθρό ανατινάχτηκαν με χειροβομβίδες!
Τα κουκούτσια από τα χαρούπια πλήθαιναν σε κάθε σοκάκι της Σπιναλόγκας, αφού ο χυμός από τα κοπανισμένα χαρούπια, η χαρουμπία ήταν σύνηθες γεύμα τους. Τα πρόσωπα των ήδη τραγικών αρρώστων, σ’ εκείνους που είχαν απομείνει τουλάχιστον σάρκες, έκαναν μεγαλύτερες λακκούβες, σημάδι ότι υποσιτίζονταν. Το θανατικό χτυπούσε καθημερινά τις πόρτες και τις ρούγες του μαρτυρικού νησιού.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

* ΚΩΣΤΗΣ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗΣ
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου